Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

bereaved person


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο bereaved παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: person
  • WordReference
  • Definition
Ο όρος 'bereaved person' παραπέμπει στον όρο ''bereaved person''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'bereaved person' is cross-referenced with ''bereaved person''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: bereaved, bereave

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be bereaved vi + past p(grieve, lose [sb] close)πενθώ ρ αμ
  βρίσκομαι σε πένθος ρ έκφρ
 It is hard to know what to say to someone who is bereaved.
bereaved adj(grieving, having lost [sb] close)πενθών, θρηνών μτχ ενεστ
  που έχασε κπ, που θρηνεί, που πενθεί περίφρ περίφρ
 (σε κακή κατάσταση)συντετριμμένος μτχ πρκ
 (λόγιος)τεθλιμμένος μτχ πρκ
 The doctor offered his condolences to the bereaved parents.
the bereaved ninvariable (person or persons close to [sb] dead) (γενικά)πενθούντες μτχ ενεστ
  φίλοι και συγγενείς περίφρ
 (του νεκρού)τα στενά πρόσωπα, τα αγαπημένα πρόσωπα περίφρ
 (επίσημο)οι οικείοι του θανόντος περίφρ
 The vicar's words at the funeral service were a great comfort to the bereaved.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be bereaved v expr(be deprived of loved one)στερούμαι ρ μ
  χάνω ρ μ
 When a person is bereaved, they need time to grieve.
bereave [sb] of [sth/sb] v expr(deprive [sb] of)στερώ κτ/κπ από κπ ρ μ + πρόθ
 The First World War bereaved the couple of both their sons.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bereaved person στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bereaved person».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!